Η κατάρα του Καλόγερου

Περί το 1750 Ηγούμενος στο μοναστήρι της Παναγίας ήταν ο Γαβριήλ. Την περίοδο εκείνη ζούσε στο χωριό μια πνευματικά ανάπηρη κοπέλα που την έλεγαν Τρισεύγενη, η οποία συνέβη να μείνει έγκυος. Οι «εχθροί» του Γαβριήλ βρήκαν την ευκαιρία να τον κατηγορήσουν ως δράστη της πράξης αυτής και να ξεσηκώσουν όλο το χωριό εναντίον του. Υπήρχαν όμως πολλοί που αντιδρούσαν και υποστήριζαν πως δεν είναι σωστό χωρίς αποδείξεις να λέγονται αυτά τα πράγματα και άλλωστε ο Ηγούμενος δεν είχε δείξει ποτέ δείγματα ανηθικότητας.

Ο Ηγούμενος πικράθηκε πολύ όταν τα έμαθε αυτά και αγανακτούσε όταν έβλεπε πως όσο περνούσε ο καιρός αυξανόντουσαν οι αντιδράσεις. Αποφάσισε να φύγει από το χωριό αφού πρώτα τους αποδείκνυε ότι ήταν συκοφάντες. Το δεκαπενταύγουστο που ήταν όλο το χωριό στη θεία λειτουργία παρακάλεσε τους άνδρες να μείνουν στο μοναστήρι όταν τελείωνε η λειτουργία. Τους ανέφερε πως η κατηγορία ήταν άδικη και ψεύτικη, αποδεικνύοντάς τους ότι δε μπορούσε να κάνει την πράξη αυτή με τρόπο που κανείς δε φανταζόταν και πως δε μπορούσε να μείνει άλλο στο χωριό. Παρ’ όλ’ αυτά την άλλη μέρα το πρωί οι συκοφάντες του αντί να του ζητήσουν συγχώρεση, τον συνόδεψαν έξω από το χωριό γιουχαΐζοντας τον και απειλώντας τον.

Καλόγερος

Λίγο πιο έξω απ’ το χωριό, στα Καμπίνια, ο Γαβριήλ στράφηκε προς τους συκοφάντες του και γονατίζοντας με δάκρυα στα μάτια τους καταράστηκε λέγοντας:

«Καταραμένοι να ‘στε, χαΐρι και προκοπή να μη δείτε. Δεκαοχτώ είσαστε, δεκαοχτώ να μείνετε και κλήρα να μην αφήσετε».

Τότε το χωριό αριθμούσε 18 οικογένειες. 100 χρόνια μετά, από θηλυγονία και ατεκνία, τα επίθετα των οικογενειών αυτών που τους ονόμασαν «Δεκαοχτούρηδες», εξέλειπαν. Οι οικογένειες αυτές ήταν οι εξής: Μόλαλης, Κόρδιας, Σταυρόπουλος, Τούρλης, Μπόλαλης, Σπίγκος, Κοντογιάννακας, Γκιτόπουλος, Λυκοβουνιώτης, Σταυρακόπουλος, Γιαννετάκης, Γιαννέτος, Λουρέτζογλης, Μπαϊρης, Μπαϊρόπουλος.

Πηγή: Βιβλίο "Το χωριό μου", του ιερέα Δημητρίου Αθ. Παπαδόγιαννη, Αγόριανη 2002

Μετάφραση σε...

Καιρός

Φιλικοί Σύνδεσμοι